0 0 Send this article by email What is your name? Please indicate below the emails to which you want to send this article: Σημερινοί Βυζαντινοί Τίτλοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου Enter one email per line. No more than 5 emails. Send Close «Αποκλειστικότητα» του Πατριαρχείου οι τίτλοι Ακτουάριος, Μέγας Ευεργέτης, Μέγας Λογοθέτης, Πρωτοψάλτης, Δεπουτάτος, Δικαιοφύλαξ, ..." />
Αρχική 1200 ΙΣΤΟΡΙΑ 1200 ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ 1200 ΒΥΖΑΝΤΙΟ 1200 Σημερινοί Βυζαντινοί Τίτλοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου

Σημερινοί Βυζαντινοί Τίτλοι του Οικουμενικού Πατριαρχείου

«Αποκλειστικότητα» του Πατριαρχείου οι τίτλοι


Ακτουάριος, Μέγας Ευεργέτης, Μέγας Λογοθέτης, Πρωτοψάλτης, Δεπουτάτος, Δικαιοφύλαξ, Υπομνηματογράφος, Μέγας Χαρτοφύλαξ, Σκευοφύλαξ, Ορφανοτρόφος, Καστρίνσιος, Χαρτουλάριος, Πρωτέκδικος, Διερμηνεύς, Νοτάριος, Λαοσυνάκτης, Μέγας Ρεφερενδάριος, Μέγας Ιερομνήμων.

Είναι μερικοί από τους τίτλους που φέρουν οι σύγχρονοι άρχοντες του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τα οφίκια, όπως λέγονταν παλιότερα. Και από τον κατάλογο των ονομάτων, που δημοσιεύεται στην Εκδοση της Αδελφότητας των Οφικιάλιων του 2000, εύκολα συμπεραίνει κάποιος ότι δεν είναι καθόλου τυχαία τα πρόσωπα που διαθέτουν τίτλους αρχόντων.
Η Εκκλησία της Ελλάδος δεν μπορεί να αποδώσει τίτλους, αφού το Πατριαρχείο διαθέτει τα «αποκλειστικά δικαιώματα», κάτι σαν copyright.
Ο αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος -για την ώρα- μοιράζει παράσημα. Το σημαντικότερο όλων είναι ο Σταυρός του Αποστόλου Παύλου.
Κάθε οφίκιο έχει τη δική του μικρή ιστορία που ξεκινά από το Βυζάντιο ή και από την προχριστιανική εποχή. Στη σύγχρονη μορφή τους τα οφίκια ξεπερνούν τα 45.

Ας δούμε κάποιους από τους τίτλους αρχόντων και τι σημαίνει ο καθένας.

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΟΥΝ

* Ακτουάριος: Στη Ρωμαϊκή Ιστορία, κατά τον πέμπτο αιώνα, οι ακτουάριοι ήταν Ρωμαίοι αξιωματούχοι που συγκέντρωναν τις πράξεις των δημόσιων υπηρεσιών, τις οποίες τοποθετούσαν στο αρχείο της πολιτείας. Ηταν, επίσης, γραμματείς που κατέγραφαν τις ομιλίες διαφόρων ομιλητών στη Γερουσία και τα δικαστήρια. Τον έβδομο αιώνα ο ακτουάριος ήταν ένας βαθμός αξιωματούχων επί των οικονομικών, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για το ιδιαίτερο τμήμα των οικονομικών της Αυτοκρατορίας με το οποίο ήταν επιφορτισμένος. Ηταν, επίσης, στρατιωτικός αξιωματούχος στην υπηρεσία των οικονομικών του στρατού, των εξόδων για την τροφοδοσία. Το δωδέκατο αιώνα, ο τίτλος δίδεται κατά διάκριση μόνο στους ειδικούς ιατρούς των ανακτόρων, σε αντίθεση με τη χρήση την οποία είχε τους πρώτους αιώνες της Βυζαντινής Ιστορίας. Ο ακτουάριος ως αξίωμα και θέση βρίσκεται επίσης και σε άλλη υπηρεσία, όπως στη θέση του ακτουάριου του Ιπποδρομίου.

* Μέγας Ευεργέτης: Ο τίτλος του μεγάλου ευργέτη δεν χρειάζεται πολλές ερμηνείες. Ο τίτλος ανήκει στον αείμνηστο Παναγιώτη Αγγελόπουλο για τις υπηρεσίες που προσέφερε στο Πατριαρχείο. Εδωσε τα πάντα για να φτιαχτεί από τις στάχτες του το κτίριο που φιλοξενεί τα γραφεία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

* Μέγας Λογοθέτης: Το αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη αντιστοιχεί με τη θέση του υπουργού στη σημερινή εποχή. Στη βυζαντινή εποχή το αξίωμα του λογοθέτη παραχωρούσε ο αυτοκράτορας. Υπήρχε ο λογοθέτης του Ειδικού, του Στρατιωτικού, των Αγγέλων, του Γενικού και του Δρόμου. Ειδικότερα, ο μέγας λογοθέτης ήταν ο γενικός διευθυντής όλων των δημόσιων υπηρεσιών της Αυτοκρατορίας. Το αξίωμα του μεγάλου λογοθέτη εμφανίστηκε για πρώτη φορά επί αυτοκράτορος Αλεξίου Α’ του Κομνηνού. Στην Εκκλησία ο μέγας λογοθέτης είχε αντίστοιχο ρόλο τόσο πριν όσο και μετά την Αλωση της Κωνσταντινούπολης με εκείνο του λογοθέτη της Αυτοκρατορίας. Μόνο που σε αυτή την περίπτωση όλα γίνονταν καθ’ υπόδειξη του επισκόπου.

* Πρωτοψάλτης Ο ψάλτης και ο πρωτοψάλτης είναι υπούργημα στη ζωή της Εκκλησίας και ανήκει στην κατηγορία του κατώτερου κλήρου. Ο θεσμός του ψάλλειν γίνεται κομμάτι της λατρευτικής ζωής της Εκκλησίας μετά τους διωγμούς του 4ου αιώνα.

* Αρχιεπίσκοπος: Οπως λέει και ο τίτλος, είναι μία τιμητική διάκριση ως ο πρώτος μεταξύ των επισκόπων του πρώτου βαθμού της ιεροσύνης. Ειδικότερα, ο αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως έχει τα πρεσβεία τιμής που του δόθηκαν ίσα προς τα του επισκόπου Ρώμης (δηλαδή του Πάπα).

* Δεπουτάτος: Εκκλησιαστικό και πολιτικό αξίωμα στην Εκκλησία και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ως αξιωματούχος βρίσκεται πάντα σε άμεση επαφή με την Εκκλησία και τον επίσκοπο από τον οποίο έχει χειροθετηθεί στο αξίωμα τούτο. Το αξίωμα του δεπουτάτου βρίσκεται σε κάθε επισκοπή στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Στους μεσαιωνικούς χρόνους ήταν βοηθός του επισκόπου στις εκδηλώσεις και το έργο του. Στις ποιμαντορικές επισκέψεις του επισκόπου, ο δεπουτάτος προπορευόταν του επισκόπου, προετοίμαζε το λαό στις πόλεις και τα χωριά για την επίσκεψη. Είχε ανάλογα καθήκοντα και στις Θείες Λειτουργίες.

* Μέγας Δικαιοφύλαξ: Αξίωμα που βρίσκεται στην πολιτική και εκκλησιαστική ζωή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας. Η λέξη καθεαυτή σημαίνει το φύλακα ή τον υποστηρικτή των δικαίων του ανθρώπου, εκείνος ο οποίος αναλαμβάνει τη συνηγορία περί των δικαίων αιτημάτων του ανθρώπου. Στο Βυζάντιο, οι δικαιοφύλακες καθίστανται παράγοντες στην ερμηνεία και τη σύνταξη των νόμων. Είναι έμμισθοι υπάλληλοι της κυβέρνησης, αποκαλούνται tabelliones, δηλαδή χρήσιμοι σε ειρηνικούς διακανονισμούς.

* Μέγας Υπομνηματογράφος: Το αξίωμα αυτό ξεκινά την προχριστιανική εποχή. Στα λατινικά είναι commentarius. Στη ρωμαϊκή εποχή οι comentarii ήταν αξιωματούχοι στις δημόσιες υπηρεσίες και ασχολούνταν με τη γραφική εργασία. Στην ιουδαϊκή ιστορία οι υπομνηματογράφοι ήταν αξιωματούχοι του κράτους με ανώτερο βαθμό στην υπηρεσία του βασιλιά. Στη χριστιανική εκκλησία δημιουργήθηκε το αξίωμα για τα διάφορα υπομνήματα της Εκκλησίας, όπως αυτά που περιείχαν νόμους, προσευχές και ιερούς κανονισμούς. Στη Βυζαντινή Ιστορία, κατά το δέκατο αιώνα, βρίσκει κανείς στο «Επαρχιακόν Βιβλίον» τού αυτοκράτορα Λέοντος του Σοφού (886-912 μ.Χ.) μια συντεχνία της οποίας οι οπαδοί αποκαλούνταν tabularii. Αυτοί εργάζονταν ως υπομνηματογράφοι στις δημόσιες υπηρεσίες της Αυτοκρατορίας και ως ιδιωτικοί υπάλληλοι. Ασχολούνταν, ακόμη, με τη μόρφωση των νέων σε νομικά θέματα και τους προετοίμαζαν ως υπαλλήλους για τις δημόσιες υπηρεσίες.

* Μέγας Χαρτοφύλαξ: Αξίωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας που εμφανίζεται στη βυζαντινή εποχή τον 6ο αιώνα. Το οφίκιο δινόταν σε ιερείς. Ο Χαρτουλάριος υπηρετούσε στο Πατριαρχείο και ήταν προσωπικός βοηθός στο έργο του Πατριάρχη. Ηταν υπεύθυνος για την προετοιμασία της Θείας Λειτουργίας. Αρχικά ήταν υπεύθυνος για την προσωπική βιβλιοθήκη και το προσωπικό αρχείο του Πατριάρχη. Λόγω της μεγάλης και συνεχούς επαφής με τον Πατριάρχη, εθεωρείτο σπουδαίο πρόσωπο στη διοίκηση της Εκκλησίας. Αργότερα, ανέλαβε υψηλότερα καθήκοντα και η θέση του του έδινε δικαιώματα και εξουσίες σε τέτοιο βαθμό που να βγάζει αποφάσεις σε δικαστικές υποθέσεις όπου υπήρχαν αμφιβολίες.

* Ορφανοτρόφος: Στους αρχαίους χριστιανικούς χρόνους η βοήθεια και προστασία των ορφανών θεωρούνταν ένα από τα κύρια καθήκοντα της Εκκλησίας. Ο ορφανοτρόφος στη Βυζαντινή Εκκλησία ήταν ο προϊστάμενος ιδρυμάτων που υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη και στις επαρχίες της Αυτοκρατορίας για την προστασία των ορφανών.

* Καστρίνσιος (ή Κανστρίσιος): Εκκλησιαστικό αξίωμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία, πολιτικό και στρατιωτικό στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Ο τίτλος αυτός ήταν συνδεδεμένος με την Αρχαία Ρωμαϊκή Ιστορία και το ρωμαϊκό στρατό που βρισκόταν στις ακριτικές περιοχές και τα φρούρια -στα λατινικά castra- και γι’ αυτό όσοι υπηρετούσαν εκεί λέγονταν στρατοφύλακες, castrensis, καστροφύλακες.

* Χαρτουλάριος: Εμφανίζεται για πρώτη φορά ως αξιωματούχος στην υπηρεσία της Αυτοκρατορίας τον πέμπτο αιώνα. Το ιερό ιματοφυλάκιο vestiarium sacrum ήταν ειδική υπηρεσία «υπό τη διευθύνση του κόμητος των προμηθειών», επικεφαλής της οποίας ήταν ο χαρτουλάριος. Τον όγδοο αιώνα ο χαρτουλάριος εμφανίζεται ως λειτουργός στην υπηρεσία επί των οικονομικών της Αυτοκρατορίας. Ο σακέλλιος ήταν η ειδική οικονομική υπηρεσία και χαρτουλάριος αποκαλείται «ο του σακελλίου». Ηταν υπεύθυνος για τα οικονομικά ζητήματα και την ομαλή λειτουργία των φιλανθρωπικών και ευαγών ιδρυμάτων, των ξενοδοχείων και των γηροκομείων τα οποία ενισχύονταν οικονομικά από την κυβέρνηση.

* Πρωτέκδικος: Ο έκδικος είναι εκκλησιαστικό αξίωμα το οποίο εμφανίζεται ως μια ανάγκη για την υπεράσπιση των δικαίων της Εκκλησίας. Στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία ήταν ο «νομικός σύμβουλος της πόλης» (Defensor Civitas). Στην αρχαία Εκκλησία ήταν επιφορτισμένος με την υπεράσπιση των δικαίων της. Στη βυζαντινή Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ο έκδικος ήταν πρόσωπο με ανώτερη θέση και τύχαινε ιδιαίτερης εκτίμησης. Με απόφαση της Δ’ Οικουμενικής Συνόδου της Χαλκηδόνας καθορίστηκε ότι κάθε Επισκοπή όφειλε να προσλάβει βοηθούς-γραμματείς για να ανταποκριθεί στο έργο της, καθώς και έκδικο νομικό σύμβουλο.

* Διερμηνεύς: Είναι πολύ παλιό αξίωμα και έχει πολλές μορφές. Ειδικότερα στη Βυζαντινή Ιστορία ο αυτοκράτορας και η κυβέρνηση βρίσκονταν σε πολιτικές, στρατιωτικές και διπλωματικές διαπραγματεύσεις με τους άλλους λαούς. Για το λόγο αυτό και ο ρόλος των διερμηνέων ήταν σημαντικός. Διερμηνείς υπήρχαν και στην Ορθόδοξη Εκκλησία, αναλαμβάνοντας την ερμηνεία των συζητήσεων σε θέματα που είχαν σχέση με τις άλλες Εκκλησίες.

* Νοτάριος: Υπήρξε εκκλησιαστικό αξίωμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και πολιτικό στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η λέξη νοτάριος στην προ-χριστιανική εποχή σήμαινε τον σημειωματογράφον, στη μεσαιωνική – βυζαντινή το στενογράφο και στη νεότερη βυζαντινή το συμβολαιογράφο.

* Λαοσυνάκτης: Ο υπεύθυνος για τις συγκεντρώσεις. Εκείνος που αναλαμβάνει να καλέσει τον κόσμο στις συναντήσεις. Τελευταία φορά το λαοσυνάκτη τον συναντήσαμε στις «λαοσυνάξεις» που έκανε η Εκκλησία της Ελλάδος στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη διαδηλώνοντας για τις ταυτοτήτες. Στη σύγχρονη μορφή του το αξίωμα αφορά την οργάνωση συγκεντρώσεων.

* Μέγας Ρεφερενδάριος: Εκκλησιαστικό και πολιτικό αξίωμα στην Ορθόδοξη Εκκλησία και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Η λέξη προέρχεται από το λατινικό ρήμα refero που σημαίνει μεταφέρω και επαναφέρω πληροφορίες και ειδήσεις. Επρόκειτο, δηλαδή, για τον εκκλησιαστικό απεσταλμένο του Πατριάρχη που αναλάμβανε εμπιστευτικές αποστολές με διπλωματικό χαρακτήρα σε άλλες Εκκλησίες και Πατριαρχεία.

* Μέγας Ιερομνήμων: Στην Αρχαία Ελληνική Ιστορία ο ιερομνήμων ήταν θρησκευτικός λειτουργός, ο οποίος εκτός από τα κανονικά καθήκοντά του ήταν επίσης υπεύθυνος για την τακτοποίηση και διατήρηση του αρχείου του Ιερού Ναού. Στην Αρχαία Ρωμαϊκή ιστορία ο όρος ιερομνήμων χρησιμοποιείται με σκοπό να εξηγήσει τη θέση του Ρωμαίου Ποντίφηκα Pontifex Maximus, ανώτατου θρηκευτικού λειτουργού, στην προχριστιανική εποχή στη Ρώμη. Στη Χριστινιακή Εκκλησία ο τίτλος δίδεται στους διακόνους και αργότερα στους πρεσβυτέρους. Είχε το καθήκον του αρχειοφύλακα και φύλαγε τον κώδικα της Εκκλησίας. Συμμετείχε στην εκλογή του επισκόπου της περιφέρειας και ακολουθούσε το μελλοντικό επίσκοπο στη χειροτονία.

* Σκευοφύλαξ: Είναι αυτός που φυλάει τα σκεύη της Εκκλησίας. Στην παράδοση της Εκκλησίας ήταν πάντοτε κληρικός. Συνήθως διάκος, δεν αποκλείονταν όμως και οι πρεσβύτεροι.

ΠΗΓΗ: ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 29/03/2004

Αφήστε μία απάντηση

Η διεύθυνση email σας δεν θα δημοσιευθεί.Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται *

*

You may use these HTML tags and attributes: <a href="" title=""> <abbr title=""> <acronym title=""> <b> <blockquote cite=""> <cite> <code> <del datetime=""> <em> <i> <q cite=""> <strike> <strong>